σημαιοστολίζω

Ν
1. αναρτώ σημαίες σε χώρο ή σε κτήριο για τον εορτασμό χαρμόσυνου γεγονότος
2. ναυτ. υψώνω τον μικρό ή τον μεγάλο σημαιοστολισμό
3. μτφ. στολίζω, διακοσμώ
4. (η μτχ. παθ. παρακμ.) σημαιοστολισμένος, -η, -ο
α) στολισμένος με σημαίες
β) ειρων. υπερβολικά καλοντυμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σημαία + στολίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Δ. Βικέλα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημαιοστολίζω — σημαιοστολίζω, σημαιοστόλισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σημαιοστολίζω — [симэостолизо] р. украшать знаменами, флагами …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σημαιοστολίζω — σημαιοστόλισα, σημαιοστολίστηκα, σημαιοστολισμένος, στολίζω με σημαίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημαιοστολισμένος — η, ο, Ν βλ. σημαιοστολίζω …   Dictionary of Greek

  • σημαιοστολισμός — ο, Ν 1. (σχετικά με χώρο ή κτήρια) ανάρτηση, τοποθέτηση σημαιών («για την εθνική επέτειο θα γίνει επίσημος σημαιοστολισμός») 2. μτφ. διακόσμηση, καλλωπισμός 3. ναυτ. α) «μεγάλος σημαιοστολισμός» η πρόσδεση σημαιών και σημάτων σε συρματόσχοινα από …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.